ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ #4: PAR COEUR / ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ 18ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΡΔΙΑΚΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ 2017

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ #4: PAR COEUR / ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ 18ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΡΔΙΑΚΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ 2017

Ο στοχαστής και ποιητής Γιώργος Βέλτσος (Αθήνα, Οκτώβριος 1944) μας έδωσε τη φιλική άδεια να δημοσιεύσουμε εδώ ένα αυτοβιολογικό κείμενό του, εξόχως ενδιαφέρον για όσους θητεύουν στην Αφηγηματική Ιατρική. Το δημοσιεύουμε σε συνέχειες, και είμαστε βέβαιοι ότι θα προκαλέσει γόνιμες συζητήσεις. Εν καιρώ, θα το παρουσιάσουμε και ζωντανά στα σεμινάριά μας, ευελπιστούμε με την παρουσία του ίδιου του Βέλτσου για να συνομιλήσουμε μαζί του. Σήμερα, η τέταρτη και τελευταία συνέχεια.

***

Ένα βράδυ λοιπόν, στις μεγάλες ζέστες, αρχές Αυγούστου, έσυρα μπαϊλντισμένος το στρώμα μου χάμω, καταμεσής της δροσερής σάλας του σπιτιού, περιμένοντας να μπαχαρίσει. Το χάραμα αισθάνθηκα πάνω στα σεντόνια τη ζέστα μιας γάτας. Είχε μπει κανονικά από το ανοικτό παράθυρο και στρογγυλοκάθισε στα πόδια μου. Τρόμαξα, γιατί ήδη η φιλέορτη σάλα ήταν υπερφορτωμένη από "απουσίες"... Την έδιωξα, χτυπώντας παλαμάκια, μια που τις "απουσίες" δεν μπόρεσα ποτέ να διώξω από τη ζωή μου. Η γάτα πήδηξε και χάθηκε στο σύθαμπο. Όταν η Μ. από το υπνοδωμάτιο θέλησε να μάθει τι είχε συμβεί και της ανέφερα εκνευρισμένος τα καθέκαστα, με επέπληξε ευγενικά εξαίροντας την τρυφερότητα αυτών των ζώων προς τους ανθρώπους, την οποία είμαι ανίκανος να δεχθώ. Της απάντησα πως η τρυφερότητα στα σαρκοβόρα —και στον άνθρωπο— είναι κι αυτή ένας τρόπος του θηρευτή. Με τις γάτες, είπα, είναι σαν να βλέπω το διάβολο.

Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, βρήκα στο μαξιλάρι μου έναν ολοστρόγγυλο κόκκινο λεκέ σαν την ώριμη ντομάτα που κορφολόγησα στο ποίημα που είχα γράψει. Θορυβήθηκα, όπως ήταν φυσικό, διότι ο λεκές ήταν από πηχτό αίμα. Φοβήθηκα μήπως είχα κάνει αιμόπτυση το βράδυ χωρίς να το καταλάβω. Η Μ. μου έλυσε την απορία. Ήταν έμμηνα γάτας! Η γάτα, όταν έλειπα, επισκέφτηκε εκ νέου τα σεντόνια μου.

Επί τρεις ημέρες ήμουν αναίτια πολύ ανήσυχος. Τα πράγματα στο σπίτι απέκτησαν ξανά την όψη που είχαν στα παιδικά μου μάτια. Ξαναείδα τα σημάδια στο ντουλάπι που έβαζε ο πατέρας μου κάθε καλοκαίρι για να σημειώνει το ύψος μου. Πρόσεξα και πάλι, εκείνη την ένδειξη ενός ξεθωριασμένου κόκκινου Π κεφαλαίου, τον Αύγουστο του 49. Και σα να άκουσα τον παλαιομοδίτη ιατροφιλόσοφο της Μυκόνου κύριο Μενέλαο Αποστολόπουλο, που επέμενε να φύγουμε αμέσως για το Αγλαΐα Κυριακού —παρά τις αντιρρήσεις της μάνας μου— να επαναλαμβάνει μια ρήση του Nietzsche, που τον είχε ξεσκονίσει για τα καλά στη σειρά του Φέξη: «Μια μέρα πιθανόν θα μάθουμε πως δεν υπήρχε τέχνη παρά μόνον ιατρική». Το τι ήθελε να πει, το κατάλαβα πολύ αργότερα, όπως επίσης, το ότι η αρρώστια μου δεν ήταν μια επιπλοκή της υγείας, αλλά ο αρχικός προορισμός της ζωής, που αλλιώς, ως υγεία, δεν είναι παρά « η σιωπή των οργάνων». Κάτι που συμπτύχθηκε εύστοχα στη φράση του Georges Canguilhem : "είμαι άρρωστος αν δεν αρρωσταίνω", δηλαδή νεκρός.

Το τραγούδι των Σειρήνων το άκουσα για πρώτη φορά στην Μύκονο το 1949. Υπήρχε λόγος να δεθώ στο κατάρτι;

Έγραψα το ανησυχητικά παράξενο ποίημα χωρίς να συνειδητοποιώ την καταγωγή του και τις «ανταποκρίσεις» του. Για πρώτη φορά παρατήρησα γράφοντας, πως δεν θα μπορούσα να βρω σ’ αυτό καταφύγιο από τις ριπές της μνήμης. Δεν είχα άδικο. Κανένα παυσίλυπο δεν μου προσέφερε το τελευταίο αυτό ποίημα. Δεν ήταν ούτε ρεαλιστικό, ούτε λυρικό. Αντίθετα, με εξέθετε στο χάος, που μάταια προσπαθώ να το κάνω τέχνη και, ίσως, προϋπόθεση μιας εν εξελίξει αυτοβιογραφίας, εκείνης που με συνοδεύει από το 1949.

Δεν στάθηκα ικανός να διαπιστώσω, όπως θα όφειλα, ότι η καταφυγή μου στην ποίηση —όπως παλαιότερα στην Παναγία της Τήνου— θα ήταν αναγκαία μόνον στο βαθμό που θα διάβαινα ένα πρώτο επίπεδο αισθημάτων και μιας κατά λεπτό καταγραφής, όπως κάνω τώρα. Στην περίπτωσή μου, το επίπεδο αυτό, όφειλα να το είχα προ πολλού προσπελάσει. Διότι και η ποίηση, τώρα, θα έπρεπε για μένα να είναι περιττή.

Το βράδυ της 11ης Αυγούστου 2011, η Νέμεση με έστειλε κατευθείαν στον Roth:

«Κάθε βιογραφία βασίζεται στην τύχη και, αρχής γενομένης από την σύλληψή μας στη μήτρα της μητέρας μας, η τύχη —η τυραννία του απρόοπτου— ορίζει τα πάντα. Πιστεύω ότι την τύχη εννοούσε ο κύριος Κάντορ όταν κατέκρινε ό,τι αποκαλούσε Θεό. Ο κύριος Κάντορ είχε ακόμη το αριστερό μπράτσο σακατεμένο και το αριστερό του χέρι άχρηστο, ενώ η ζημιά στους μυς της αριστερής του κνήμης τού προκαλούσε μια σχετική αστάθεια στο βάδισμα. Το πόδι του είχε αρχίσει να εξασθενεί σταδιακά τα τελευταία χρόνια, τόσο ο μηρός όσο και τα ισχία, και για πρώτη φορά από την εποχή της αγωγής αποκατάστασης, πριν από τριάντα σχεδόν χρόνια, τον πονούσε αρκετά.»

Ph. Roth

Υ.Γ. Το πρωί της 11ης Αυγούστου 2011, η Ποίηση με έστειλε στο ποίημα που ακολουθεί, δημοσιευμένο την ίδια χρονιά, στη συλλογή Το θέαμα από τις εκδόσεις Διάττων:

 

Είναι διανοητική η προσπάθεια να στήσεις όρθιο το κορμί

Πρέπει να σκέφτεσαι την εξίσωση πάνω στο στύλο του κορμιού

όπως η ντοματιά στα καλάμια
Πώς θα χρησιμεύσει στο κόκκινο; Πρέπει να σου το δείξει το χρώμα
Κι ύστερα από μια πτώση
πρέπει να βρεις τον τρόπο να δελεάσεις τον ήλιο
Ο ήλιος είναι ένα γενικότερο δυναμικό
για την αδυναμία σου να σταθείς στα πόδια σου

Στοχάζεται τα χρώματα και τη διάρκεια
με την αλάνθαστη προστασία του
άθικτος από τη μεταχείριση
όπου τον υποβάλλουν οι χημείες των αντιηλιακών σου

Στην τυφλή σκιά ενός άτολμου πρωινού
δεν μπόρεσες να εννοήσεις την ουσία του:
ακτινοβολία εκτοξευμένη με την ευθύνη των υαλουργών

Γράφεις και ξαναγράφεις τη φιλοδοξία σου
να ανέλθεις στο κόκκινο, όπως το φυτό
Ενώ το κόκκινο είναι ο τελευταίος βαθμός στην κλίμακα του ήλιου

Δεν είσαι η σκιά στη στροφή με το άγαλμα του Ντε Κίρικο
Έχεις ακόμη ζωή και οι κατατονικές καταστάσεις του μυαλού σου

δεν ανταποκρίνονται στην ιδιαιτερότητα ενός παθήματος
τόσο περισσότερο σημαντικού, όσο φτωχότερα είναι τα πάθη σου

τόσο περισσότερο φιλόδοξου, όσο πιο απαθής είσαι

Γιατί μιλάς συνεχώς για το θάνατο
Εξαίρεις ένα συναίσθημα που έχει για σένα ήδη παρέλθει
Το ξέρεις, τελικός σκοπός είναι το φιλί της ζωής
Μην ταλαιπωρείς λοιπόν τον κηπουρό
και αν πρέπει να χαρείς για τις προσφορές στα πολύχρωμα πανέρια

είναι για να μπορείς να λυπάσαι που στις έδωσε
Ενώ οι προσφορές του Μπαχ στον ηγεμόνα...

Αν τουλάχιστον σου ανέβαινε πυρετός
Αν το σώμα σου ήταν ο υδράργυρος
στο γυάλινο σωλήνα ενός εφιάλτη που πέρασε

Ρίχνεις από λίγο το δηλητήριο στο αυτί του ηγεμόνα σου

Όμως ο σκύλος Κλαύδιος δεν θα είχε διανοηθεί
την ανάληψή του στον αστερισμό του Κυνός
Αυτός δεν είχε τις εμμονές σου

να θέλει να ανέβει δύο φορές τον ίδιο ποταμό

Αυτό δε γίνεται

Τώρα που βρίσκεσαι εκεί που ήρθες λίγες μόνον ημέρες

πριν τελειώσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος

εφάρμοσε στα μάτια σου τα χάρτινα γυαλιά με τη ζελατίνα

Δες τις κέρινες μάσκες του τρόμου σου στο Σινεάκ

Δες το τρισδιάστατο βουνό απέναντι
Θα πέσει να σε πλακώσει
και θα δεις να έρχεται κατά πάνω σου

το δάσος της φαντασίας σου
— όπως είναι πάντα η πραγματικότητα
Κινείται και αυτό, περιέχει τη φαντασία σου στραμμένη προς τον ήλιο

σαν τη μικρή Ελένη

Κοίτα τον ήλιο
Κατεύθυνε τη φαντασία σου σε κάποιο σκοπό

εκτός πραγματικότητας
Η ντοματιά γυρνάει προς τον ήλιο
και έχει τους λόγους της
Παθαίνει εξαιτίας του το κόκκινο
Επιταχύνει το κόκκινο όσο δεν φαντάζεσαι
Η ωρίμανση, είναι η επιτάχυνση του εαυτού της

Ο θάνατος, εφεύρεση της ζωής

Συνεχίζοντας να είναι αυτό που είναι, έγινε εσύ

Παρασύρεται από τις δυνάμεις του κήπου

όπως εσύ παρασύρθηκες από τη φαντασία

όταν σου έβαλε τα ψεύτικα γυαλιά

Ασκήθηκε στην ιδέα του κολορίστα ζωγράφου

Μεγαλώνοντας ανάμεσα στα άλλα φυτά

Αντί λοιπόν να ζωγραφίζεις κλεισμένος,

τον κοινότοπο τοίχο του μικροδιαμερίσματός σου,

ζωγράφισε το άπειρο.

Όλα αυτά σε ένα φόντο χρωμίου διάσπαρτο από παιδικά μπουκέτα.

 

Σχολιασμός: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης