ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ #3: PAR COEUR / ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ 18ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΡΔΙΑΚΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ 2017

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ #3: PAR COEUR / ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ 18ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΡΔΙΑΚΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ 2017
Ο στοχαστής και ποιητής Γιώργος Βέλτσος (Αθήνα, Οκτώβριος 1944) μας έδωσε τη φιλική άδεια να δημοσιεύσουμε εδώ ένα αυτοβιολογικό κείμενό του, εξόχως ενδιαφέρον για όσους θητεύουν στην Αφηγηματική Ιατρική. Το δημοσιεύουμε σε συνέχειες, και είμαστε βέβαιοι ότι θα προκαλέσει γόνιμες συζητήσεις. Εν καιρώ, θα το παρουσιάσουμε και ζωντανά στα σεμινάριά μας, ευελπιστούμε με την παρουσία του ίδιου του Βέλτσου για να συνομιλήσουμε μαζί του. Σήμερα, η τρίτη συνέχεια.

Σκέφτομαι τους γιατρούς που, ακολουθώντας το παράδειγμα του Λούρια και του Ζακς, κατανόησαν ότι το μυθιστορηματικό και το επιστημονικό έλκονται και επιζητούν να συνυπάρξουν. Πολλώ μάλλον το ποιητικό, διότι τι άλλο είναι η ποίηση παρά μια νευροπαθολογική κατάσταση καθ' όλο το μήκος του βιοψυχολογικού άξονα της γλώσσας. Μια εγγενής παραφασία, όπως την αποκάλεσε ο γιατρός-καλλιτέχνης-αλκοολικός Γιώργος Χειμωνάς, που στην περίπτωση της ανομικής αφασίας, δηλαδή στην περίπτωση της δυσκολίας εύρεσης των σωστών λέξεων κατά την εκφορά του λόγου παρότι η κατανόησή τους παραμένει ανεπηρέαστη, μεγαλουργεί. Η ακυρολεξία του ποιήματος, δηλαδή η χάρις του, είναι η ίδια η ανομική αφασία του Χειμωνά και του Χέλντερλιν.

Το ότι δεν έχω καταδικαστεί σε θάνατο, όπως πολλοί κατά τον εμφύλιο, δεν οφείλεται μόνο στην ηλικία μου αλλά και γιατί ο ίδιος ο θάνατος είναι διαρκώς συνομήλικός μου. Αυτός, από τότε που με βιογραφεί, μου μαθαίνει να τον αντιγράφω υπογράφοντας τις αυτοβιογραφίες μου. Και παρά ταύτα, με αφήνει αγράμματο σαν να μη μου επιτρέπεται να συλλάβω το θνήσκειν. Κι όταν έχασα τη μητέρα μου, όταν άνοιξε για μένα η στενή πόρτα της ποίησης, διαπίστωσα απλώς το θάνατο του άλλου ως διπλό θάνατο, εφόσον ο άλλος —ζωντανός ή τεθνεώς— είναι ήδη ο θάνατος στον τετελεσμένο μέλλοντα που βλέπει ο ταξιδιώτης από το παράθυρο του τραίνου του πεπρωμένου του. Άλλωστε, ποια γραφή ξεκίνησε ποτέ χωρίς την προϋποτιθέμενη σχέση της με το νεκρό συγγραφέα, που ξέρει πως γράφοντας, έχει ήδη πεθάνει; Πώς το έλεγε ο κύριος Βάλντεμαρ του Πόε; "Ναι∙ όχι∙ κοιμόμουν και τώρα, τώρα είμαι νεκρός".

«Πεθαίνεις θέλει να πει: νεκρός, αυτό είσαι ήδη, σε ένα αμνημόνευτο παρελθόν, από έναν θάνατο που δεν ήταν ο δικός σου, που συνεπώς δεν τον έχεις γνωρίσει ούτε τον έχεις βιώσει, αλλά υπό την απειλή του οποίου πιστεύεις ότι καλείσαι να ζήσεις, αναμένοντάς τον εφεξής από το μέλλον, κατασκευάζοντας ένα μέλλον για να τον καταστήσεις τελικά δυνατό, σαν κάτι που θα λάβει χώρα και θα ανήκει στην εμπειρία». Ιδού πώς με τα λόγια του Maurice Blanchot από το L' écriture du désastre, θα μπορούσε να φωτιστεί η σκοτεινή φράση του Βάλντεμαρ.

Προσβλήθηκα από τον ιό της πολιομυελίτιδας, τον Αύγουστο του 49, στη Μύκονο, λίγο πριν κυκλοφορήσει το εμβόλιο. Ήμουν ένα από τα πρώτα κρούσματα στην Ελλάδα, που περιέφεραν στα αμφιθέατρα της Ιατρικής παρουσιάζοντας στο κοινό τη νόσο και την υπομονή μου. Από τότε, το σώμα μου έχει την ηλικία αυτού του εκθέματος. Όπως ο Roland Barthes με τη φυματίωση, θα έπρεπε να ζήσω και να ξεχάσω πως το σώμα μου είναι «ιστορικό». Έφαγα, όπως λένε, το Dasein μου.

Είπαν πως κόλλησα από μια νεαρή συμπατριώτισσα του διασημότερου θύματος της πολιομυελίτιδας, του Franklin Deleano Roosevelt. Οι πιο προληπτικοί, επέμεναν πως κόλλησα από τις γάτες.

Η Μύκονος μου έκανε με τα χρόνια κι ένα άλλο δώρο: τη νευροτρόπο ποίηση.

Δεν θα αντιλαμβανόμουν όμως πλήρως την σημασία του έργου μου αν, το βράδυ της ενδεκάτης Αυγούστου, έχοντας ολοκληρώσει ένα ποίημα που με παίδεψε, δεν έπεφτα επάνω στο τελευταίο βιβλίο του Philip Roth, Nέμεσις, στο μοναδικό βιβλιοπωλείο του νησιού, ανάμεσα σε τίτλους του Καζαντζάκη και της Μαντά. Το βιβλίο με επηρέασε αλλά εντός ενός πρωθύστερου σχήματος. «Έγραψε», όπως λένε, στο σώμα μου πολύ πριν γραφτεί και πολύ πριν το διαβάσω, δείχνοντας πώς η ανάγνωση οδηγεί τον αναγνώστη στο δικό της ανα: στην ανα-στροφή και την ανά-ταξη αυτού που υπήρξε, προτού η σελίδα του βιβλίου υποστεί το πένθος της γραφής, της οποίας μάλιστα η ανάγνωση, αναγνωρίζει πρώτη το έγκλημά της κατά της ζωής. Ο Roth, για να είμαι ειλικρινής, δεν με ενδιέφερε. Με ένοιαζε όμως το επιτέλεσμα της ανάγνωσης του βιβλίου του. Δηλαδή, πώς θα γράψω πέραν του βιώματος και ένθεν της ανάγνωσης ενός βιώματος που εκτίθεται περιγραφικά, ώστε να αρθώ από το πάθος στο πάθημα της γραφής. Διαβάζοντάς τον, κατάλαβα το σχέδιο της δικής μου γραφής: κανένα ευπώλητο συναίσθημα. Θα ήμουν λοιπόν, διστακτικός να προσχωρήσω στο είδος της γραφής του η οποία συνοδεύει παρηγορητικά την ανάγνωση και «εμπνέεται» από τα παθήματα του αναγνωστικού της κοινού. Έκανα όμως κάτι άλλο για να τον τιμήσω, σημαντικότερο ίσως για τη λογοτεχνία: ακολουθώντας την ιστορία του, την αποπλαισίωσα. Την έβγαλα από τα καθέκαστα και τον καμβά της ψυχολογίας. Πέρασα από το κομβικό σημείο της (την αρρώστια), στο είδος του ποιήματος με το οποίο κανείς δεν ταυτίζεται, γιατί απλούστατα το ποίημα δεν το επιτρέπει.

Η ποίηση δεν αρχίζει με την αρρώστια αλλά με την ποίηση. Μια εκ νέου αρρώστια μετά τον εμβολιασμό, αλλά και πάλι όχι ακριβώς: μια σημασία αρρώστιας.

Σχολιασμός: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης