ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΤΣΟΣ: PAR COEUR / ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ 18ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΡΔΙΑΚΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ 2017

Βέλτσος sos ιατροι
Ο στοχαστής και ποιητής Γιώργος Βέλτσος (Αθήνα, Οκτώβριος 1944) μας έδωσε τη φιλική άδεια να δημοσιεύσουμε εδώ ένα αυτοβιολογικό κείμενό του, εξόχως ενδιαφέρον για όσους θητεύουν στην Αφηγηματική Ιατρική. Θα το δημοσιεύσουμε σε συνέχειες, και είμαστε βέβαιοι ότι θα προκαλέσει γόνιμες συζητήσεις. Εν καιρώ, θα το παρουσιάσουμε και ζωντανά στα σεμινάριά μας, ευελπιστούμε με την παρουσία του ίδιου του Βέλτσου για να συνομιλήσουμε μαζί του.

Θα ήθελα να μου επιτρέψετε τον τίτλο αυτής της Εισήγησης στα Γαλλικά «par coeur». Πρόκειται για αμετάφραστο τίτλο αφού αν μεταφραστεί στα Ελληνικά σημαίνει κατά κυριολεξία «από καρδιάς», ενώ στα Γαλλικά σημαίνει «από στήθους», δηλαδή «απ’ έξω κι ανακατωτά». Η μετωνυμία που ήθελα να εισαγάγω είναι προφανής: στο στήθος βρίσκεται πρωτίστως η καρδιά που κτυπά «απ’ έξω κι ανακατωτά» όχι μόνο όταν πάσχει από τις αρρυθμίες που ρυθμίζετε αλλά όταν γνωρίζει το αντικείμενό της απ’ έξω κι ανακατωτά, το υπομένει, πάσχει και γι’ αυτό το αγαπά. Μια καρδιά που καρδιοκτυπά συνδέει τους δύο μεγάλους Αδελφούς: τον Έρωτα και το Θάνατο. Και βέβαια απ’ έξω κτυπά η καρδιά στην εξωσωματική κυκλοφορία. Συμβαίνει όμως να κτυπά κι ανακατωτά στην εξωσωματική εμπειρία που ζούμε σ’ αυτήν τη χώρα.

Μια καρδιά που κτυπά απ’ έξω, που δεν κτυπά δηλαδή κανονικά, είναι ίσως μια καρδιά που μπορεί εξαιτίας αυτής της καρδιακής ανεπάρκειας, να είναι και η μόνη επαρκής καρδιά στις μέρες μας. Το «ανακατωτά» προστιθέμενο στο «απ’ έξω» είναι όμως και η προϋπόθεση της διολίσθησης του νοήματος. Διότι τί άλλο παρά διολίσθηση είναι αυτό που χρειάζεται το νόημα για να μην παγώνει την καρδιά του πέτρινου αγάλματος στον Δον Ζουάν; Μόνο λοιπόν αν προσπαθήσουμε να καταλάβουμε την καρδιά ως ετεροτοπία, αντιλαμβανόμαστε και τη σημασία του τίτλου «par coeur», επειδή η καρδιά, όχι μόνο ως αντλία μεταφοράς του αίματος, υπήρξε στην ιστορία του πολιτισμού η κατ’ εξοχήν ρητορική μεταφορά των δυνατών συναισθημάτων μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνω και την αμφιβολία για κάθε της κτύπο.

Συγχωρέστε μου όμως αυτή τη σύντομη γνωσιολογική παρέμβαση. Πιστεύω ότι η Ιατρική αποσπασμένη από τα συμφραζόμενά της οφείλει να αποκτήσει ένα πεδίο εφαρμογής το οποίο δεν περιορίζεται μόνο στη θεραπεία αλλά ολοκληρώνεται στο ευρύτερο πεδίο των Επιστημών του Ανθρώπου. Διότι παρά το ότι το υπόβαθρο της θεραπείας είναι βιολογικό, συμβαίνει να είναι και ιστορικό.

Πολλοί από εσάς έχετε ήδη αντιληφθεί ότι το ιατρικό βλέμμα δεν είναι μόνο το ανατομο-κλινικό βλέμμα αλλά κι εκείνο που αντιλαμβάνεται την όραση ως διαίσθηση. Διαίσθηση που ορά και οράται από τη στιγμή που κατανοεί τη φύση στο εσωτερικό του βλέμματος.

Κυρίες και κύριοι,

«Δια μέσου των λέξεων δεν έμαθα τίποτα το συγκεκριμένο, αφού μιλώντας για τη φυματίωση περνάει κανείς σε ένα συνεσταλμένο, υπεκφεύγοντα, καλυμμένο τρόπο ομιλίας». Αυτά, έγραφε ο Φραντς Κάφκα, τον Απρίλιο του 1924 από το σανατόριο, όπου πέθανε δύο μήνες αργότερα. Είχε δίκιο. Δεν μπορείς παρά να υπεκφεύγεις, να συστέλλεσαι και να καλύπτεσαι μιλώντας για τον πόνο, παρότι γνωρίζεις από τον Εκκλησιαστή ότι «όστις προσθέτει γνώσιν, προσθέτει πόνον». Θα προσπαθήσω μολαταύτα, να κυριολεκτήσω για την ασθένεια, με τον δικό μου τρόπο της μεταφοράς, διαβάζοντάς σας ένα αφήγημα, ή μάλλον δοκιμάζοντας, ενώπιόν σας, τη θέση που αποδίδω στη λογοτεχνία και τους ρητορικούς της τρόπους ως πνοή-αναπνοή της γλώσσας. Θα επιβεβαίωνα έτσι τη ρήση του Αριστοτέλη στο Περί Ερμηνείας σύμφωνα με την οποία «τα εν τη φωνή, των εν τη ψυχή παθημάτων σύμβολα».

Με αυτόν τον παθηματικό τρόπο, θα ξόρκιζα ένα είδος χρονοκαθυστερημένης ρεβάνς με τον ιατρικό πατερναλισμό, γιατί πώς αλλιώς να ονομάσει κανείς την εξάρτησή του από τον γιατρό και τις καταδικαστικές εις θάνατον ετυμηγορίες του; Σήμερα ωστόσο, που σας ομιλώ, θα σας παρατηρώ, αντιστρέφοντας τη σημειολογία της ιατρικής παρατήρησης με τη δική μου σημειολογία της λογοτεχνίας, που επίτηδες, δεν θέλει τίποτα να ξέρει γι' αυτόν τον κατεξοχήν ιό που είναι η γλώσσα, από τον οποίο αφήνεται να προσβληθεί. Διότι η γλώσσα, κυρίες και κύριοι, αρρωσταίνει αλληγορώντας. Και επειδή η λειτουργία της είναι παραπλανητική, η γλώσσα αθετεί συνεχώς την υπόσχεσή της να κυριολεκτεί, παραλέγοντας ως προς το λεχθέν, το οποίο προϋποθέτει έναν τρόπο του λέγειν και ως τρόπο του αστειεύεσθαι.

Παρενθετικά, επιτρέψτε μου να πω για όσους έχουν παρακολουθήσει και ενδεχομένως αγανακτήσει με τα παιγνιώδη κείμενά μου, ότι με τα γλωσσικά παιχνίδια και τα αποφθέγματα επιδιώκω —πέραν από την επικοινωνία μιας πληροφορίας— και την απόκρυψή της. Η αδιαφορία —γιατί όχι;— ενός ιδιότυπου σολιψισμού, κάποιου που μιλά με τον εαυτό του, δηλώνει παρά ταύτα το μέγιστο ενδιαφέρον ως προς το λεχθέν. Αυτός ο σολιψιστής, που σας απευθύνεται και που επαναλαμβάνει τη ρήση του Λακάν ότι σε δέκα χρόνια όποιος τον διαβάζει θα αναφωνεί πόσο κοινότοπος υπήρξε, σας προσκαλεί να ακούσετε τη διαφορά από τον επικοινωνιακό λόγο στον οποίο θα όφειλε να εκφραστεί σε ένα τέτοιο Συνέδριο και δεν το πράττει, προκειμένου να υπενθυμίσει την άνιση σχέση και σε επικοινωνιακό επίπεδο του ασθενή με το γιατρό.

Επιτρέψτε μου να εμμείνω σ' αυτήν την υπερβολική θέση, αλλά μετά την ηλικία όπου δίδαξα «Επικοινωνία» στο Πανεπιστήμιο, βρίσκομαι τώρα στην ηλικία που αφήνω να δουλεύει η «απρόβλεπτη ανάπλαση την οποία η λήθη επιβάλλει στο καταστάλαγμα των γνώσεών μου». Ο δάσκαλός μου Ρολάν Μπαρτ, ονόμασε αυτήν την περίοδο της ζωής «ηλικία που ξεμαθαίνεις».

Παρά ταύτα, αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις και τις σκέψεις, το ευφυολόγημα, τελειώνει με την «ενίσχυση ενός παράγοντα», που  περιγράφεται στον Φρόυντ, «ως κριτική σκέψη» [Freud, Το ευφυολόγημα..., σ. 167] και πολεμά τη λογική, την κρίση και την καταστολή. [σ. 179. Βλ. και σσ. 185, 313].

Αλλά, αν θα έπρεπε να μιλήσω για τον ευφυολόγο και με όρους νευροεπιστήμης, γνωρίζοντας ότι ο εγκέφαλος είναι μια εκπληκτική χημική μηχανή, όπως θα έλεγε ο Ζαν Πιερ Σανζέ —καθηγητής του Κολλεγίου της Γαλλίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Μοριακής Νευροβιολογίας στο Ινστιτούτο Παστέρ— θα υποστήριζα ότι αυτό που χαρακτηρίζει τον ευφυολόγο —και δεν διαφέρει από την αισθητική απόλαυση του καλλιτέχνη— είναι μια εστιασμένη κινητοποίηση του συνόλου των νευρώνων σε πολλαπλά επίπεδα της οργάνωσης του εγκεφάλου. Εξ ου και η εφαρμογή αυτού που ονομάζουμε «σημασία», δεν αποτελεί ούτως ειπείν πρόβλημα για τις νευροεπιστήμες, διότι προέρχεται από τη συμβατική σχέση σημαίνοντος-σημαινομένου.

Σχολιασμός: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης