Η ΥΓΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Η ΥΓΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Στις αρχές του 21ου αιώνα η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των προηγμένων χωρών του κόσμου. Οι Έλληνες χαίρουν υψηλών δεικτών υγείας, ζουν πλέον των 75 ετών, περισσότερα, δηλαδή, χρόνια από κατοίκους πλουσιότερων χωρών με πιο ανεπτυγμένα συστήματα περίθαλψης. Όμως πολλοί κίνδυνοι απειλούν τη μακροζωία μας κυρίως λόγω της αλλαγής των διατροφικών συνηθειών μας με την υιοθέτηση ξένων προτύπων.

Από τα τέλη του 2019, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα πραγματικότητα επιστροφής των λοιμωδών νοσημάτων. Η πανδημία COVID-19 γιγαντώνεται το 2020 και το 2021 βρίσκεται ακόμη εν εξελίξει. Στην εποχή αυτή και με τη νέα πραγματικότητα που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται, το μοντέλο των SOS ΙΑΤΡΩΝ για εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, δικαιώνεται καθημερινά, ιδίως στις περιπτώσεις των ιογενών συνδρόμων τα οποία χρήζουν απομόνωσης και θεραπείας στο σπίτι.

Ο μελλοντικός απολογισμός, πιθανότατα, θα εμπεριέχει αστάθεια, φτώχεια, ανισότητες και θα χρειαστεί, εκτός από τα εμβόλια και μια ιατρική η οποία γίνεται όλο και περισσότερο ιατρική ακριβείας, πολύ ανθρωπισμό. Ίσως όλα να ανατραπούν από εδώ και στο εξής.

Ακολουθεί ένα παλαιότερό μου, κάπως προφητικό, άρθρο, από το 2000, στην αλλαγή του αιώνα:

Δείκτες θνησιμότητας στην Ελλάδα

Οι άνδρες της χώρας μας έχουν κατά μέσο όρο προσδόκιμο επιβίωσης κατά τη γέννησή τους τα 75 χρόνια, ενώ οι γυναίκες μπορούν να προσδοκούν να ζήσουν κατά μέσο όρο πάνω από 80 χρόνια. Στους άνδρες υπολειπόμαστε κατά λίγο από το προσδόκιμο επιβίωσης της Ιαπωνίας και της Σουηδίας, ενώ οι γυναίκες παρά την αυξημένη επιβίωση κατέχουν την 8η θέση στον Ευρωπαϊκό χώρο. Στην Ελλάδα οι δείκτες θνησιμότητας από καρκίνους είναι από τους χαμηλότερους της Ευρώπης. Αντίθετα είμαστε η μοναδική Ευρωπαϊκή χώρα όπου οι δείκτες θνησιμότητας από τα καρδιαγγειακά νοσήματα (εμφράγματα, εγκεφαλικά) αυξάνονται. Αυτό οφείλεται κυρίως στην αλλαγή των διατροφικών συνηθειών μας, στον περιορισμό της σωματικής δραστηριότητας και στην υψηλή συχνότητα καπνίσματος.

Η αλλαγή του τρόπου ζωής των Ελλήνων και οι επιπτώσεις στη Δημόσια Υγεία

Αν δεν υπάρξει αλλαγή στην πολιτική Υγείας της χώρας μας με προτεραιότητα την πρόληψη, οι υψηλοί δείκτες υγείας που απολαμβάνουμε δε θα έχουν συνέχεια. Η επιστροφή στις διατροφικές συνήθειες της δεκαετίας του 60 (με τη μείωση της κατανάλωσης κρέατος και τυριών και την αύξηση της κατανάλωσης ψαριού, οσπρίων, λαχανικών και φρούτων), η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας και η αποφυγή του καπνίσματος όχι μόνο θα αυξήσουν τα χρόνια που ζούμε αλλά θα συμβάλλουν και στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας. Η αλλαγή του τρόπου ζωής μας απαιτεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα “αγωγής της υγείας” που να αρχίζει από το νηπιαγωγείο και να αφορά όλους μας. Προϋποθέτει στροφή της Ιατρικής σε πρωτοβάθμια συστήματα φροντίδας, δηλαδή εκπαίδευση οικογενειακών γιατρών, συμβούλων αλλά και συμμάχων. Το προσδόκιμο ζωής μας δε θα αλλάξει με καινούργια νοσοκομεία ή εισαγωγή ιατρικής τεχνολογίας. Άλλωστε το επίπεδο υγείας ενός πληθυσμού καθορίζεται από τις υπηρεσίες υγείας σε ποσοστό μικρότερο του 10%.

Τάσεις στην Υγεία παγκοσμίως

Στις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου, υπό την πίεση στιβαρών πολιτικών υγείας διαπιστώνεται ότι μεταβαίνουμε από το πρότυπο της νοσηρότητας της αφθονίας (καρδιαγγειακά νοσήματα, καρκίνοι, ατυχήματα) στην νοσηρότητα της αστάθειας, δηλαδή θα νοσούμε συχνότερα από ψυχικές, ψυχοσωματικές, συναισθηματικοσωματικές και κοινωνικοσωματικές νόσους όπως οι νευρώσεις και η κατάθλιψη. Ενώ η συχνότητα της σχιζοφρένειας παραμένει αξιοσημείωτα σταθερή σε όλο τον κόσμο (1%του πληθυσμού), οι ελαφρότερες νευρώσεις και η αντιδραστική κατάθλιψη αποτελούν περίπου το 30% του συνόλου των ιατρικών επισκέψεων στις αναπτυγμένες χώρες. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνούμε ότι το 1/3 του παγκόσμιου πληθυσμού, αισίως 6 δισεκατομμύρια ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας και το επίπεδο υγείας του είναι αντίστοιχα χαμηλό. (Δηλαδή μικρό προσδόκιμο επιβίωσης, υψηλή βρεφική και παιδική θνησιμότητα, υποθρεψία, αναλφαβητισμός, έλλειψη εμβολιασμών και οικογενειακού προγραμματισμού).

Δυτική Ιατρική

Γενικότερα έχει αποδειχθεί ότι η ανθρώπινη υγεία στον κόσμο σχετίζεται λιγότερο με την πρόοδο της lατρικής επιστήμης και τους γιατρούς και περισσότερο με το βιοτικό επίπεδο και συγκεκριμένα την ανεύρεση επαρκούς θερμιδικά και πρωτεϊνικά τροφής, ασφαλούς κατοικίας, πόσιμου νερού, την στοιχειώδη εκπαίδευση κυρίως των γυναικών και την πρόσβαση σε χαμηλού κόστους πρωτοβάθμιας υπηρεσίες φροντίδας υπεύθυνες για τον εμβολιασμό και τον οικογενειακό προγραμματισμό.

Πρέπει να επισημάνουμε τις σημαντικότατες προόδους της ιατρικής ειδικά μετά το δεύτερο ήμισυ του 20 αιώνα. Οι διαγνωστικές και θεραπευτικές δυνατότητες είναι τεράστιες σε σχέση με το παρελθόν. Η κορτιζόνη, τα αντιβιοτικά, τα αντιυπερτασικά, τα αντιλιπιδαιμικά δεν υπήρχαν πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πριν 55 χρόνια, το 1945 όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ρούσβελτ υπέγραφε τη συνθήκη της Γιάλτας, η αρτηριακή του πίεση ήταν 250/150, επειδή δεν υπήρχε φάρμακο για την υπέρταση. Ο Πρόεδρος κατέληξε μετά από 3 μήνες από εγκεφαλική αιμορραγία. Λίγα λεπτά πριν η αρτηριακή πίεση μετρήθηκε στα 300/200. Σήμερα η θεραπεία της υπέρτασης του Προέδρου Ρούσβελτ θα ήταν απλή υπόθεση ακόμη και για ένα φοιτητή Ιατρικής. Φυσικά νέες προκλήσεις για την Ιατρική Επιστήμη και την Δημόσια Υγεία αναδύονται. Η αποκρυπτογράφηση του Γενετικού Υλικού ολοκληρώνεται ταχέως, νέοι δρόμοι ανοίγονται στην πρόληψη και τη θεραπεία αλλά και σημαντικά ηθικά προβλήματα ανακύπτουν. Η επιδημία του AIDS αποτελεί μείζον πρόβλημα τόσο στις αναπτυγμένες όσο και στις υπό ανάπτυξη χώρες. Η ανθεκτικότητα των μικροβίων στα αντιβιοτικά πιθανόν να σημάνει στο μέλλον την επανεμφάνιση απειλητικών κοινών λοιμώξεων. Το υψηλό κόστος της ιατρικής τεχνολογίας συρρικνώνει παγκόσμια το κράτος πρόνοιας.

Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να τονίσουμε την αμφισβήτηση από πολλούς της Δυτικής Ιατρικής. 80% του παγκόσμιου πληθυσμού απευθύνεται σε παραδοσιακές και εναλλακτικές πρακτικές που δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά η χρησιμότητά τους. Η άσκηση της Γενικής Ιατρικής ως το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο είχε πολύ καλύτερη δημόσια εικόνα και οι ιατροί απολάμβαναν το σεβασμό των ασθενών λόγω των “ερμηνευτικών ικανοτήτων” τους. Σήμερα παρά την ύπαρξη αποτελεσματικών θεραπειών λίγοι τρέφουν. Θετικά αισθήματα απέναντι στο ιατρικό σώμα και θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί.

Γεώργιος Θεοχάρης,
Παθολόγος,
Πρόεδρος SOS ΙΑΤΡΩΝ