ΒΕΛΤΣΟΣ: Β' (2006-2016)

Βέλτσος Β' Ποιήματα

Βέλτσος: Β' (2006-2016), Βέλτσος Γιώργος, εκδ. Εκδόσεις Περισπωμένη

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, που ας θυμηθούμε ότι την καθιέρωσε η UNESCO ύστερα από πρόταση του αείμνηστου αβανγκάρντ ποιητή και ραδιοφωνικού παραγωγού στο Τριτο Πρόγραμμα Μιχαήλ Μήτρα  (1944-2019), επισκεπτόμαστε τα ποιητικά τοπία του Γιώργου Βέλτσου, αεικίνητου παίκτη/ρέκτη της ποίησης, ο οποίος διακονεί την Ερατώ με τρόπους που ενδιαφέρουν κρίσιμα την Αφηγηματική Ιατρική. Ο Βέλτσος βαδίζει διαρκώς / διακαώς / διηνεκώς στο τεντωμένο σκοινί ασθένειας και ίασης μέσα από την ποιητική πράξη. Η ίδια του η ζωή γίνεται, καθημερινώς, ποίημα που ανθίσταται σθεναρά στη φθορά. Όπλα του: η αδηφάγος περιέργεια, η απέραντη ευρυμάθεια, το (αυτο)διαβρωτικό χιούμορ. Αυτά του επιτρέπουν να μετακινείται, με σχεδόν εφηβικό μένος, στις πιο αντιφατικές όψεις της πραγματικότητας και της τέχνης, να συνδυάζει φαινομενικά ασύμβατες διαθέσεις, να τσιτάρει Deep Purple και Έρνεστ Χέμινγουεϋ, να σαρκάζει τη σάρκα και να πνευματώνει το πνεύμα, να τραντάζει μελωδικά τη γλώσσα μέσα από την εσκεμμένη, σχεδόν πανούργα, εμπλοκή λόγιων λέξεων και τσίφτικης αισχρολογίας. Ο κανόνας του παιχνιδιού του Βέλτσου είναι να τινάζει την μπάνκα της τέχνης στον αέρα παραβιάζοντας σαν ουλαμός κομάντο, σαν Συμμορία Σαίξπηρ, σαν δύναμη κρούσης δολιοφθορέων, όλους τους κανόνες των βεβαιοτήτων, να σέρνει στο ικρίωμα τα δουλικά των πεποιθήσεων. Ο Βέλτσος είναι ο ποιητής που προλογίζει μια ποίηση προορισμένη να δραπετεύει από την τυπωμένη σελίδα και να ανοίγεται στα ακόρεστα δευτερόλεπτα. Ο Βέλτσος είναι ο ποιητής της παλλόμενης ελευθερίας του εφήμερου.

Ο Βέλτσος ως βούληση. Το πεπρωμένο του ήταν, είναι και θα είναι η ποίηση. Και έτσι έζησε, ζει και θα ζει: ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος. Αυτό θέλησε, θέλει, θα θέλει. Περιπλανιέται, δεκαετίες τώρα, στην επικράτεια της ποίησης, άλλο μην κάνοντας παρά να ανακατεύει την τράπουλα της γνώσης ξανά και ξανά, αναδιευθετώντας θέσφατα και θεωρίες, μπολιάζοντας με ποίηση τη φιλοσοφία και τη φιλοσοφία με ποίηση. Αδηφάγος αναγνώστης, αλλά ως homo ludens, ως παίζων άνθρωπος, αρνούμενος να εγκλωβιστεί στην όποια φενακισμένη φαινομενικότητα, δραπέτης διαρκώς, ξαναμμένος ξένος, ο Γιώργος Βέλτσος (Αθήνα, 1944) είναι ένας λελογισμένος λυγμός, ένας λυρικός ελιγμός. Ξέρει ότι η ποίηση είναι ο διαρκής εναγκαλισμός με την παιδική ηλικία, μια επίμονη επιστροφή στο ένυλο όνειρο της αθωότητας. Ιδού πώς συμπυκνώνει, και μας δωρίζει, αυτό που όλοι έχουμε ζήσει και, κακώς, αντιποιητικώς, μοχθούμε να λησμονήσουμε, ενώ είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε: «Γδαρμένα γόνατα, αίμα απ' τη μύτη, κλωστή γύρω από το δοντάκι να το τραβήξουν να βγει το καινούργιο». Με τον λιτό τίτλο β' [2006-2016] και τη θαυμαστή φροντίδα των πολυτονικών εκδόσεων Περισπωμένη, ο Βέλτσος έρχεται να μας προσφέρει σε έναν τόμο τις ποιητικές περιπλανήσεις μιας δεκαετίας και να μας ξεναγήσει στο ατελιέ του, στο εργοστάσιο ονείρων που είναι η σωματοψυχή του ποιητή. Θυμίζω ότι ο Ουίλιαμ Μπάροουζ τιτλοφόρησε My Education τον τόμο στον οποίο στέγασε τα όνειρά του. Ο Αντόρνο και ο Βέλτσος μίλησαν για Πρωτόκολλα Ονείρων.

Ο Βέλτσος ως παράσταση. Ο Βέλτσος, όπως ο αλλόκοτος αγγελιαφόρος Εμίλ Σιοράν, και ακόμα πιο ταιριαστά ο δαιμόνιος Φιλίπ Σολέρ, ο ευνοούμενος των νεράιδων, όπως τον είχε αποκαλέσει ο Αντρέ Μπρετόν, «παραμένει άνθρωπος του καιρού του: στυλίτης χωρίς στύλο». Ξέρει να κάνει σλάλομ στα δεδομένα, να εμφανίζεται ως κάτι άλλο για να περισώσει αυτό που είναι, να ζει εντός της πραγματικής πραγματικότητας και να παρεμβαίνει μάλιστα πολιτικά/δυναμικά σ' αυτήν, να δρα κοινωνικά με ένα ιδίας επινοήσεως hit and run, να είναι και του σαλονιού, ώστε να μπορεί, απερίσπαστος, στο εργαστήριό του, να συνδιαλέγεται με το άυλο, να ερωτοτροπεί με το ποιητικό, να είναι και του λιμανιού ανενόχλητος. Ναι, όλο μόχθους κι όλο παιχνίδια, όλο ντρίπλες με τους άλλους κι όλο καταμόναχος, όλο στο κέντρο του κόσμου κι όλο στο άβατον ενός ουζερί, κι όμως ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος πάνω στη γη ετούτη. Ο Βέλτσος επανατοποθετεί ένα ποίημά του, το «Mauvais Sang» της συλλογής Από Βηθανίας στο τέλος της συλλογής Ησυχία. Ένα είδος αυτοβιογραφήματος και μανιφέστου, κάτι σαν ο Βέλτσος ως παράσταση, ενώ πάντα γνέφει η βούληση θελκτικά, δελεαστικά: «Κάθε βράδυ από το σπίτι στέλνω στην εφημερίδα τις σαχλαμάρες μου. Αν και δεν έχω παίξει ρουλέτα, ποντάρω πάντα "μαύρο" και βγαίνει. Φάμπρικα κι αυτή τα τελευταία χρόνια. Ανήσυχος σαν το πειραματόσκυλο με τεντωμένα αυτιά, όταν έρθει η ώρα, ντρεσσάρομαι μπρος στην είδηση για να την αρπάξω. Πολιτικοί ελιγμοί, ανθρώπινος πόνος, φτώχεια, όλο το επιστητό του βούρκου αλέθεται με αστραπιαία ταχύτητα στο Μουλινέξ της ειρωνείας, περνάει από το μολύβι μου σαν κινέζικο σουρωτήρι, σούπα απαραίτητη για το νταμπλ-ντ-οτ της δημοσιότητας. Ύστερα ονειρεύομαι πως είμαι ξανά άνθρωπος και δεν συνερίζομαι το σκυλί που γαβγίζει στον δρόμο, ούτε θέλω να βγω να του μυρίσω τα αχαμνά. Κανένας δεν κάνει τέτοια πράγματα στα σκυλιά».

Ο Βέλτσος ως διαλεκτική. Ο Βέλτσος ξέρει τι θα πει «περιπέτειες της διαλεκτικής» και ξέρει να μπαινοβγαίνει στο αχανές ορυχείο του χρόνου για να φέρει από κει τα πολύτιμα πετρώματα που προσφέρει. Μεταμφιέζει τις ημερομηνίες μπαινοβγαίνοντας, διαλεκτικά, μες στις δεκαετίες, επιταχύνοντας τη ροή των λέξεων, αντιστρέφοντας νοήματα, φέρνοντας το τότε στο τώρα, τραβολογώντας το νυν προς το αεί, φωτίζοντας την υποτείνουσα της ηλικίας, ούτε γέρος ακόμη ούτε νέος πια, με το μολύβι να είναι ο ξύλινος σταυρός του, κι ο ίδιος ένα μαύρο, πάντα μαύρο κυκλάμινο, επισκεπτόμενος τάφους, τον τάφο του Ζακ Ντεριντά, του Τέοντορ Αντόρνο, του Σάμιουελ Μπέκετ, του Έζρα Πάουντ, του Στεφάν Μαλαρμέ, του Πάουλ Τσέλαν και του Ρενέ Λακόστ, αυτού του ποιητή της αντισφαίρισης και της ενδυματολογίας, που, όπως συμβαίνει με τον διαλεκτικό Βέλτσο, «οι χειρονομίες του κατάρτιζαν έναν πίνακα αντιθέσεων». Ποίηση σημαίνει, για τον Βέλτσο, και για μας, «χωροχρονική μηχανή που μετακινεί το καθετί μέσα στις χιλιετίες». Διαλεκτική σημαίνει, για τον Βέλτσο, και για μας, να ξέρεις ότι κάλλιστα μπορούν να ανταλλάσσουν θερμές χειραψίες, εκεί, στα παρατηρητήρια του ουρανού, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ με τον Νίκο Γούναρη.

Σχολιασμός: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης