ΕΝΑΣ ΧΑΡΤΗΣ ΔΕΜΕΝOΣ ΜΕ ΦΙΟΓΚΟ

Καθόμουνα, λέει, πάνω σε κάποιο σύννεφο κι έδενα κόμπους σ’ ένα σκοινί. Γύρω μου υπήρχαν καθρέφτες μα, όσο κι αν τους κοίταζα, δεν μπορούσα να μ’ αναγνωρίσω.

Ξύπνησα κάθιδρος απ’ τ’ όνειρο και πήγα στην κουζίνα· ήπια μονορούφι ένα ποτήρι γεμάτο με κρύο νερό. Και τη θυμήθηκα. Θυμήθηκα έως και την τελευταία φακίδα στο μεσοδιάστημα των ματιών.

Στην πόρτα με υποδέχτηκε ο σύζυγός της, ο οποίος προσπάθησε να μου εξηγήσει την κατάσταση – το παιδί τους καθόταν παράμερα και μας κοιτούσε με σφιγμένα χείλη και μάτια υγρά. Πλησίασα τη γυναίκα κι άρχισα να της κάνω ερωτήσεις. Χωρίς να με κοιτάζει, επαναλάμβανε αργά και σταθερά πως δεν αναγνωρίζει κανέναν από τους δύο, ούτε τον άντρα ούτε το μικρό κορίτσι, κι ότι το μόνο που επιθυμούσε ήταν να φύγει από το σπίτι και να συναντήσει τη μητέρα της – νεκρή εδώ και έξι μήνες.

Κι όπως την εξέταζα κι εκείνη άρχιζε να εμπιστεύεται το βλέμμα της πάνω στο δικό μου, την άκουσα να λέει τ’ όνομά μου και να περιγράφει την επίσκεψη που είχα κάνει στη μητέρα της το 1993, όταν πρωτοϊδρύθηκαν οι SOS.

Επέστρεψα στο κρεβάτι και τ’ όνειρο συνέχισε ακριβώς από ʼκεί που το είχα αφήσει. Μόνο που, κάποια στιγμή, τράβηξα επιτέλους το σκοινί κι είδα να κρέμεται στην άκρη του ένας χάρτης δεμένος με φιόγκο. Τον ξετύλιξα κι έπεσαν από μέσα, σαν σπασμένα τσόφλια, οι μέρες του παρελθόντος μου.

Ευθυμία Γιώσα

 

 

Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.