ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΓΕΝΝΑ

Είχα χαθεί κάπου μεταξύ Σούνιου και Λαυρίου. Μετά από πολλές ερωτήσεις σε περαστικούς, βρήκα επιτέλους την παλιά μονοκατοικία. Στην αυλή με περίμεναν οι δίδυμοι γιοι της ασθενούς και με οδήγησαν στην 90χρονη μάνα τους, εξηγώντας μου στα γρήγορα την κατάσταση.

«Τι γιατρός είσαι κοπέλα μου;» με ρώτησε η γιαγιά μόλις με είδε.
«Εσείς, τι γιατρό χρειάζεστε;»
«Γυναικολόγο. Τι να χρειάζομαι;»
«Γιατί ακριβώς τον χρειάζεστε τον γυναικολόγο;»
«Γέννησα, παιδάκι μου! Δεν ακούς;»
«Πότε;»
«Σήμερα το απόγευμα, στην αυλή, κάτω από την μουριά.»
«Γεννήσατε;»
«Κοριτσάκι, επιτέλους!»
«Πόσο χρονών είστε;»
« Του ’22, με την Καταστροφή. 95, 96;»
«Μα γεννάνε οι γυναίκες στα 95;»
«Όχι βέβαια! Αστεία λέμε τώρα;»
«Τότε εσείς πως…;»
«Γέννησα, τι να κάνουμε τώρα.»
«Και το μωρό πού είναι;»
«Μου το πήραν!»
«Ποιος;»
«Αυτοί!», έδειξε τους δίδυμους. «Και δε μου λένε πού το πήγανε! Αλλά. αντί να κάθεσαι να ρωτάς, γιατί δε με πλένεις, δε με καθαρίζεις; Μόλις γέννησα σου λέω.»

Έκανα νόημα και μου έφεραν τις πρόσφατες εξετάσεις της γιαγιάς. Ήξερα ότι στο παρελθόν την είχε δει συνάδελφος και της είχε συστήσει αγωγή. Οι γιοι, όμως, με είχαν ήδη πληροφορήσει ότι αρνήθηκε να την πάρει και αυτοί κουράστηκαν να επιμένουν μιας και η μάνα τους ήταν πολύ ξεροκέφαλη. Τους εξήγησα ότι αυτή  η ουρολοίμωξη που είχε την αποδιοργάνωσε και πιθανότατα της έκανε αυτό που οι ψυχίατροι αποκαλούμε οργανικό ψυχοσύνδρομο. Κανονικά, τους είπα, παθολόγο έπρεπε να καλέσουν για να της χορηγήσει αντιβίωση, την οποία  αυτή τη φορά θα πρέπει να ακολουθήσει, διότι αυτά είναι επικίνδυνα πράγματα στην ηλικία της. Αν δεν μπορούν να εγγυηθούν ότι θα παίρνει τα φάρμακα, τότε χρειάζεται να μπει στο νοσοκομείο. Στο άκουσμα του νοσοκομείου κατάλαβα ότι δεν τους άρεσε καθόλου η ιδέα. Όχι, όχι, με διαβεβαίωσαν και οι δυο, θα γίνει ό,τι πει ο παθολόγος.

Έχοντας δει στο ιστορικό της ένα παλιότερο γυναικολογικό πρόβλημα, αλλά κυρίως για να ηρεμήσω τη γιαγιά που επέμενε για γυναικολόγο, τους έδιωξα από το δωμάτιο και την εξέτασα και γυναικολογικά. Ο κόλπος της ήταν όλος ξυμένος. Την ρώτησα έκπληκτη για το πώς έγινε αυτό: «Με το χέρι μου. Ποιος θα έβγαζε, κοπέλα μου, τον πλακούντα;». Μετά από λίγες μέρες, οι γιοι της μας πήραν τηλέφωνο να μας ευχαριστήσουν και να μας πουν ότι ακολούθησε κανονικά την αντιβίωση που της έγραψε ο παθολόγος.

Αισθάνεται πια μια χαρά, κάθεται πάλι κάθε πρωί κάτω από το βαθύσκιο δέντρο, αλλά χωρίς παραλήρημα και «γέννες».

Μια φορά μόνο τους παρακάλεσε να την πάνε κάτω, στο λιμάνι του Λαυρίου να δει το θωρηκτό «Αβέρωφ» που καταπλέει.

Σωτήρης Γκορίτσας
Σκηνοθέτης

Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.