ΕΝΑΣ ΤΡΟΠΟΣ Ν’ ΑΓΑΠΑΜΕ

Πάνε δυο μέρες που δε μιλάω με τον μεγάλο μου γιο. Είναι ατίθασο παιδί κι εμένα αυτό, κατά βάση, μ’ αρέσει, εκτός  από τις φορές που η ξεροκεφαλιά του με βγάζει εκτός εαυτού. Βέβαια, το ίδιο λέει κι αυτός για μένα κι άντε τώρα να συμβιβαστούμε κι οι δυο μας με την αλήθεια. Κάτι τέτοια αναμασούσα εκείνο το πρωί που ο οδηγός των SOS με πήγαινε σ’ ένα περιστατικό που είχε δηλώσει υψηλό πυρετό. Τ’ άφησα για λίγο στην άκρη κι ανέβηκα στον πέμπτο. Με περίμενε μια γυναίκα γύρω στα σαράντα πέντε. Το πρόσωπό της ήταν χλωμό και διέκρινα κάποια σημάδια αφυδάτωσης. Πριν καν προλάβω να συντονιστώ στη συχνότητά της, μου είπε ότι τις δύο τελευταίες ημέρες έκανε συνέχεια εμετούς λόγω της αυξημένης δόσης ψυχοφαρμάκων που είχε λάβει. Ότι άρχισε να παίρνει ψυχοφάρμακα εξαιτίας της κριτικής της μητέρας της για τη ζωή της. Εργαζόταν σε μια πολύ ικανοποιητική δουλειά, έβγαζε καλά χρήματα, είχε έναν μικρό φιλικό κύκλο, όμως αυτά δεν ήταν αρκετά για τη μητέρα της. Έπρεπε να είχε παντρευτεί, να είχε κάνει οικογένεια. Την πίεζε να υιοθετήσει ένα παιδί ή ν’ αποταθεί σε μια Τράπεζα Σπέρματος.

Γυρνώντας στο σπίτι, με περίμενε ο σύζυγός μου. Τα παιδιά είχαν βγει. Καθίσαμε στο μπαλκόνι με ένα ποτηράκι κρασί ο καθένας – είχε αρχίσει ν’ ανοίγει ο καιρός. Λίγο πριν μπούμε μέσα, πίνει την τελευταία γουλιά που του είχε απομείνει και μου λέει σχεδόν συνωμοτικά: «Ν’ αγαπάμε τα παιδιά μας. Κι αυτό, καλή μου, σημαίνει να τ’ αφήνουμε ελεύθερα». Συγκατένευσα βουβά.

Ευθυμία Γιώσα

 

 

Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.