ΕΝΑ ΜΑΤΙ ΠΟΥ ΓΕΜΙΣΕ ΛΑΣΠΗ

Έχει τύχει να δείτε στα ιερογλυφικά του Οβελίσκου του Θεοδοσίου Α’ (ή του Φαραώ Τούθμωσι Γ’, ό,τι θέλετε κρατήστε) εκείνο το μάτι σε σχήμα αμυγδάλου, με μια ίριδα ολοστρόγγυλη από το κέντρο της οποίας απουσιάζει η κόρη; Είναι ένα πέτρινο, στεγνό μάτι, που φαίνεται τόσο απόμακρο όσο ο Ήλιος από τον Ποσειδώνα. Έχει, ωστόσο, κάτι διαπεραστικό που μοιάζει ζωντανό.

Eίναι πρωί Σαββάτου και κατευθύνομαι σε κάποιον ασθενή στο Κολωνάκι. Χτυπάω το κουδούνι στην εξώπορτα και μου ανοίγει μια ψηλόλιγνη κυρία, που μοιάζει να… κατοικοεδρεύει σε μυθιστόρημα του 18ου αιώνα. Ανεβαίνουμε –εκείνη μπροστά κι εγώ πίσω της, σαν υπάκουος σκύλος– μια ξύλινη σκάλα, περπατάμε έναν μακρύ διάδρομο «ντυμένο» με μπορντό χαλιά και περίτεχνες ταπετσαρίες για να μπούμε σ’ ένα δωμάτιο μ’ έντονα μπαρόκ στοιχεία, στη μέση του οποίου κάθεται –σε μια αριστοκρατική πολυθρόνα– ο υπερήλικας ασθενής. Ακριβώς απέναντί του δεσπόζει το «Μάτι» του Μαουρίτσς Κορνέλις Έσερ.

Τον εξετάζω∙ είναι σχεδόν απόλυτα τυφλός. Εντούτοις, τα πέτρινα, στεγνά του μάτια, που φαίνονται τόσο απόμακρα όσο ο Ήλιος από τον Ποσειδώνα, έχουν κάτι διαπεραστικό που μοιάζει ζωντανό. Ενώ ετοιμάζομαι να φύγω, τον ακούω να μου απευθύνει λόγο.

«Γιατρέ», μου λέει, «δεν τυφλώνεται κανείς από τη μια μέρα στην άλλη κι ας νομίζετε το αντίθετο. Θέλει πολλή λάσπη να πέσει πάνω στα μάτια για να τα τυφλώσει».

Φεύγοντας, κάνω μια στάση στο περίπτερο για να χαζέψω τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Λίγο πιο πέρα, ένα κύπελλο διεκδικεί μερίδιο στην ελεημοσύνη. Μια πωλήτρια αλλάζει το καρτελάκι με την τιμή της μπλούζας στη βιτρίνα. Ένας άντρας, απ’ τους λεγόμενους τρελούς, περπατάει και μετράει φωναχτά τα βήματά του.

Ευθυμία Γιώσα

Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.