ΔΥΟ ΜΟΝΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ

Η διαδρομή ήταν πάντα η ίδια. Θα μου άνοιγε ο σύζυγος με την μπορντό ρόμπα και το παράξενο χαμόγελο, θα διασχίζαμε αμίλητοι το χολ, έπειτα θα κοντοστεκόταν στον σκοτεινό διάδρομο έξω από το γραφείο του για να μου δείξει  στο βάθος του διαδρόμου τη φωτισμένη κρεβατοκάμαρα και θα έμπαινε στο γραφείο του για να συνεχίσει τη συγγραφή κάποιου λόγου που είχε να εκφωνήσει σε μια από τις συχνές εκδηλώσεις της Ακαδημίας Αθηνών της οποίας ήταν αντεπιστέλλον μέλος.

Στην ευρύχωρη και ηλιόλουστη κρεβατοκάμαρα με τις βελούδινες πράσινες κουρτίνες, η έκπληξη της πρώτης φοράς είχε πια ξεπεραστεί: όταν, εκτός από την υπέρβαρη ασθενή στο διπλό κρεβάτι Ελισαβετιανής εποχής, αντίκρισα άλλα δύο μονά κρεβάτια από τη μια και την άλλη πλευρά του, στρωμένα, περιποιημένα, έτοιμα.

Δεν έμοιαζαν πρόχειρα ράντζα έκτακτης ανάγκης, αλλά μια μόνιμη κατάσταση. Από διακριτικότητα δε ρώτησα. Μέχρι που σε κάποια από τις επόμενες επισκέψεις μου η κυρία νιώθοντας ασφαλής μαζί μου μού είπε ότι σε αυτά κοιμούνται κάθε βράδυ οι δυο μεσήλικες… γιοι της! Ευτυχώς ή δυστυχώς, όπως μου είπε, έμειναν γεροντοπαλίκαρα και έτσι είχε κάποιους να την αγαπούν και να τη φροντίζουν, διότι αν περίμενε από τον σύζυγό της, αλίμονο της! Όχι, παράπονο από τους γιους δεν είχε κανένα.

Λίγα χρόνια μετά κι αφού η κυρία είχε πεθάνει, δέχτηκα το απρόσμενο τηλεφώνημα του ακαδημαϊκού συζύγου. Ένιωθε καιρό άσχημα για το ότι δεν με είχε ευχαριστήσει τότε για τη φροντίδα μου στη γυναίκα του. Με παρακάλεσε, έστω και κατόπιν εορτής, να του επιτρέψω να μου κάνει το τραπέζι στην Αθηναϊκή Λέσχη. Είχε, μάλιστα, και κάτι να μου πει. Λίγο η περιέργειά μου, λίγο η επιμονή του, δέχτηκα.

Εκεί, στο επιβλητικό κτήριο της οδού Ακαδημίας και πάνω από τα φίνα φαγητά που παρήγγειλε, μου εκμυστηρεύθηκε ότι μέσα σε ένα χρόνο απ’ όταν πέθανε η σύζυγός του, έχασε και τους δυο γιους του. Τον μικρότερο από έμφραγμα και τρεις μήνες αργότερα τον μεγάλο από εγκεφαλικό. Δεν ήξερα τι να πω, πώς να τον παρηγορήσω. Αν και, όπως υποστήριξε, δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις ούτε με τη γυναίκα ούτε με τα παιδιά τους, μιας και ο σκοπός της ζωής του ήταν η Ακαδημία, τώρα ήταν που καταλάβαινε πόσο σκληρή είναι η ζωή όταν είσαι μόνος.

Πριν βρω ό,τι πιο παρηγορητικό μπορούσα να του πω, με πρόλαβε. Μου πρότεινε, εάν είχα λίγο χρόνο στη διάθεσή μου, να συνεχίζαμε τη βραδιά μας στο σπίτι του για ένα… ποτό! Αιφνιδιάστηκα.

Μέχρι που πρόσεξα εκείνο το ίδιο παράξενο χαμόγελο που είχα ξεχάσει. Όπως τότε, στον διάδρομο, όταν μου έδειχνε την κρεβατοκάμαρα της συγχωρεμένης πια συζύγου του.

Σωτήρης Γκορίτσας
Σκηνοθέτης

 

 

 

 

Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.